Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Το Τραπέζι

Άνοιξα την καγκελόπορτα της αυλής και με δειλά βήματα πλησίασα προς το τραπέζι.
Είχαν αρχίσει να το στρώνουν. Πιατέλες πηγαινοερχόντουσαν. Ο καθένας έψαχνε κι από κάτι:
«Να φέρουμε χαρτοπετσέτες.»
«Να, εκεί είναι! Στην καρέκλα δίπλα στην κληματαριά.»
«Να φέρω μπύρες;». ακούστηκε μια άλλη φωνή.
«Όχι, ακόμα. Θα  ζεσταθούν αν τις βάλουμε από τώρα κάτω από τον ήλιο.», απάντησε η οικοδέσποινα.
 
Καθώς περπατούσα προς το μέρος τους, κάπως ξαφνιάστηκαν και ο ένας μετά τον άλλον με χαιρετούσε, λες και δεν περίμεναν ότι θα πάω.
Οι κουβέντες ήταν μικρής διάρκειας, αλλά με καταιγισμό αδιάκριτων ερωτήσεων, στις οποίες η απάντηση ήταν ένα χαμόγελο και προχωρούσα στον επόμενο συνδαιτυμόνα, μέχρι που συνάντησα την οικοδέσποινα και, επιτέλους, της έδωσα την τούρτα που έφερα:
«Σε ευχαριστώ! Αλλά δεν ήταν ανάγκη να ξοδευτείς. Πάρε ένα ποτήρι από εκεί. Τι θα πιείς; Μπύρα, κρασί...;»
«Μήπως έχεις ένα αναψυκτικό;»
«Άκου λέει! Μα, φυσικά. Έλα, πάμε να διαλέξεις.»
Την ακολουθούσα στο ψυγείο, όπως το πιστό σκυλί τον κηδεμόνα του.
 
Το τηγάνι τσιτσίριζε και οι πατάτες χρυσαφένιες μπαλαρίνες χόρευαν κλωτσώντας το καυτό λάδι.
 
Τα παιδιά. Όλα για τα παιδιά. Ιδιαίτερα φαγητά για τα παιδιά, παιχνίδια για τα παιδιά, ποτήρια και πιάτα όμορφα διακοσμημένα, για τα παιδιά. Ακόμα και δικό τους τραπέζι μακριά από εμάς είχαν, μην τυχόν και τους κολλήσουμε γεροντίαση.
 
Ο Αλέξης έφερε την κιθάρα. Μελωδίες που όλοι γνώριζαν, εκτός από μένα που ήμουν μεγαλωμένη σε φυσαλίδα που άλλοτε την έσκαγα και δραπέτευα και άλλοτε ανακάτευα σαπούνι και νερό, φυσούσα από το καλάμι και σα μικροσκοπική νεράιδα κρυβόμουν ξανά μέσα στην ιριδίζουσα ασφάλεια μου.
 
Δικός μου ο χρόνος, δική μου και η σχέση μαζί του. Κάποτε τον αψηφούσα και τώρα με τρομάζει που η κλεψύδρα γύρισε ανάποδα.
Έχει ξυπνήσει μέσα μου εκείνη η ανυπομονησία να κυνηγήσω τα πάντα! Τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τις στιγμές, τις συγκεντρώσεις γύρω από ένα τραπέζι που έχει πετάξει την ταμπέλα της υποχρέωσης και έχει φορέσει την εσάρπα της αγάπης, της φιλοξενίας και το μαγικό καπέλο που πότε μεταμορφώνεται σε εκείνο του γελωτοποιού και πότε εναλλάσσεται με ημίψηλο, μαύρο. 

Οι συζητήσεις στο τραπέζι άλλαζαν τη διάθεση και τα καπέλα στο γαϊτανάκι τους στόλιζαν αναλόγως τα κεφάλια. Μόνο η εσάρπα παρέμενε στους ώμους για να μην επιτρέπει ούτε στο πιο απαλό αεράκι να βάζει λόγια πως σε εκείνο το τραπέζι, απλώς με ανέχονταν.
 
Καθόμουν σιωπηλή στη γωνία και ο αμφιβληστροειδής μου τους φωτογράφιζε. Ρουφούσε τα γέλια, τις ανησυχίες, τις χαμένες σκέψεις, την απόλαυση στα λαδωμένα χείλη και ένα λεκέ μαρτυριάρη που δε θα γινόταν σύμμαχος στην απόκρυψη της ατασθαλίας. Τους απολάμβανα.
 
Δεν ήξερα ότι υπήρχαν και αυτά τα τραπεζώματα.



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου